Οι αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου και η ευθύνη που βαραίνει τους διασώστες του ΕΚΑΒ
Σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει τη δράση και τις ευθύνες των διασωστών του ΕΚΑΒ έφερε στο προσκήνιο το πρόσφατο τροχαίο δυστύχημα στα Χανιά, όταν ασθενοφόρο συγκρούστηκε με ΙΧ, με αποτέλεσμα ο ασθενής που επέβαινε σε αυτό να υποστεί ανακοπή και να χάσει τη ζωή του. Ποια είναι, όμως, τα όρια των ευθυνών ενός διασώστη όταν καλείται να μεταβεί σε ένα επείγον περιστατικό;
Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με τον κ. Σταύρο Τριλυράκη, μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων ΕΚΑΒ 2 Θεσσαλονίκης ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «το νομικό πλαίσιο δεν προστατεύει επαρκώς τους διασώστες».
Αρχικά ο κ. Τριλυράκης είπε:
Ο ασθενής, ο συνάνθρωπός μας και οι οικείοι του, «επιτρέπουν» στον διασώστη του ΕΚΑΒ να εισχωρήσει στον προσωπικό τους χώρο, στο σπίτι τους, στην κρεβατοκάμαρά τους, προκειμένου να συνδράμει. Είμαστε η πρώτη εικόνα που βλέπει στον πόνο του, σωματικό και ψυχικό. Το βάρος που μας αναλογεί το σηκώνουμε πρόθυμα και με αλτρουισμό, παρά το γεγονός ότι το κράτος μας αφήνει, σε πολλές των περιπτώσεων, «γυμνούς» και έκθετους. Οι συνάνθρωποί μας που χρήζουν βοηθείας, εναποθετούν στα χέρια μας το πρόβλημά τους, αλλά, συνάμα, και την ανεπάρκεια ενός συστήματος που θεωρεί την υγεία και την ασφάλεια ως κόστος.
Η οικονομική ανέχεια, η ανυπαρξία κοινωνικών δομών, η απουσία πρόληψης σε συνδυασμό με την υποχρηματοδότηση του ΕΣΥ γενικότερα και του ΕΚΑΒ ειδικότερα, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα. Η αύξηση των περιστατικών ελέω των παραπάνω, η εντατικοποίηση της δουλειάς μας, μιας δουλειάς που έχει να κάνει με την ανθρώπινη ζωή, συμπλέκεται με την υποστελέχωση του ΕΚΑΒ, την απουσία σύγχρονων μέσων και γενικότερα την υποβάθμιση της παρεχόμενης υγείας τόσο από την τωρινή, όσο και από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Όλοι οι εργαζόμενοι του ΕΚΑΒ ανεξαιρέτως παλεύουν με ελλείψεις, την απουσία ενός σύγχρονου Οργανισμού, την υποχρηματοδότηση, προκειμένου να σταθούν στο πλάι του συνανθρώπου τους με ευθύνη και πλήρη ετοιμότητα. Τα πληρώματα των ασθενοφόρων, οι συνάδελφοι στις μηχανές και στα smart, οι συνάδελφοι στα διοικητικά πόστα, το τεχνικό προσωπικό του συνεργείου, το προσωπικό καθαρισμού κ.ά. δίνουν καθημερινά αγώνα. Όλοι συμβάλουν στο να σωθεί μία ζωή, στο να φτάσει ο ασθενής με ασφάλεια στο νοσοκομείο. Και μιλάμε για εργαζόμενους όπου άλλοι είναι συμβασιούχοι/επικουρικοί και ζουν με την αγωνία εάν θα ανανεωθεί η όχι η σύμβασή τους, άλλοι που με την αναθεώρηση του Συντάγματος θίγετε η μονιμότητά τους και, εν τω συνόλω, μιλάμε για εργαζόμενους που η εργασία τους δεν «αναγνωρίζεται», όπως θα έπρεπε, μισθολογικά από την κυβέρνηση.
Παράλληλα ο κ. Τριλυράκης μίλησε και για το πόσο συχνά καλείται ο διασώστης να πάρει αποφάσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι οποίες ενδέχεται να έχουν και νομικές συνέπειες λέγοντας:
«Σε καθημερινή βάση θα έλεγα. Εκείνη την ώρα, και λειτουργώντας πάντα βάσει πρωτοκόλλου, κοιτάμε να διασφαλίσουμε την ζωή του ασθενούς, να ελαχιστοποιήσουμε περιπτώσεις περαιτέρω επιδείνωσης της υγείας του. Δεν βάζουμε ποτέ μπροστά το ζήτημα των «νομικών συνεπειών». Όχι, διότι αδιαφορούμε, αλλά γιατί για εμάς προέχει ο ασθενής. Το πρόβλημα δεν είναι οι νομικές συνέπειες με τις οποίες πάντα θα έρχεσαι αντιμέτωπος. Και θα έρχεσαι πάντα αντιμέτωπος, διότι στην Ελλάδα επικρατεί ένα ιδιότυπο καθεστώς όσον αφορά την ειδικότητα του διασώστη, το τι του αναγνωρίζεται νομικά να κάνει, το ποιες είναι οι ευθύνες του. Όλες οι κυβερνήσεις ανεξαιρέτως, έχουν αφήσει ένα νομικό κενό δίπλα στην ειδικότητα του διασώστη.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο Οργανισμός του ΕΚΑΒ είναι απαρχαιωμένος και δεν εναρμονίζεται με τις σύγχρονες τεχνολογικές και κοινωνικές ανάγκες, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο διασώστης – εργαζόμενος στο ΕΚΑΒ δεν έχει καμία νομική κάλυψη από την ίδια την υπηρεσία. Κοινώς, ενώ μοχθείς για τον διπλανό σου, παλεύοντας με κενά και ελλείψεις, χωρίς να έχεις μέσα που σε άλλες χώρες θεωρούνται αυτονόητα, η ίδια σου η υπηρεσία σε «αδειάζει».
Εκεί είναι, λοιπόν, το πρόβλημα και σε αυτά είναι αναγκαίο να εστιάσουμε την κουβέντα. Όπως και στο γεγονός ότι βάσει των ευρωπαϊκών και διεθνών προδιαγραφών, η ιδανική αναλογία είναι 1 απλό ασθενοφόρο ανά 20.00 έως 35.000 κατοίκους και 1 Κινητή Ιατρική Μονάδα (ΚΙΜ) ανά 100.000 κατοίκους. Το παράρτημα του ΕΚΑΒ Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει την επιχειρησιακή ευθύνη για 5 νομούς (Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Εδέσσης, Γιαννιτσών, Βέροιας ,Χαλκιδικής –συμπεριλαμβανομένου του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης που μαζί με τους όμορους δήμους αγγίζει το 1.100.000 κατοίκους), απέχει παρασάγγας από αυτά τα νούμερα. Επομένως, σκεφτείτε πόσες φορές, στην διάρκεια μίας βάρδιας, καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και τι αντίκτυπο έχει αυτό».
Μιλώντας για το τι προβλέπει ο νόμος για τη διέλευση από κόκκινο φανάρι ή την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας όταν το ασθενοφόρο μεταβαίνει σε επείγον περιστατικό είπε:
«Ένα ασθενοφόρο, μηχανή ή smart και πιο συγκεκριμένα ένα πλήρωμα, όταν μεταβαίνει σε επείγον περιστατικό, ακόμη και με την χρήση οπτικών(φάροι) και ηχητικών(σειρήνα) σημάτων, βάσει Κ.Ο.Κ., πρωτοκόλλου και εσωτερικού κανονισμού αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη. Δηλαδή, μπορεί κατά συνθήκη να παραβιάσει κόκκινο φανάρι, να υπερβεί τα όρια ταχύτητας, να κινηθεί ακόμη και αντίθετα, αλλά πάντα με την χρήση οπτικών και ηχητικών μέσων, χωρίς να προκαλεί κίνδυνο και αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Και το τελευταίο το τονίζω διότι δεν θα τον καλύψει κανένας. Και αυτό απαντάει ξανά και στο ζήτημα των νομικών ευθυνών που προαναφέραμε.
Βέβαια, κανείς δεν συλλογίζεται τις συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιούνται τα παραπάνω. Αναλογιστείτε, λοιπόν, έναν διασώστη ο οποίος βρίσκεται στο τιμόνι… Ο τελευταίος, όταν κινείται με προτεραιότητα(με την χρήση φάρων και σειρήνας) ταυτοχρόνως πρέπει: να διασφαλίσει την ασφάλεια του ασθενούς, την ασφάλεια των οδηγών και πεζών, να μιλήσει με τον ασύρματο, εάν χρειαστεί να μιλήσει με την κινητή μονάδα(εάν υπάρχει)να προσέχει πίσω τον συνάδελφό του ο οποίος προβαίνει σε ενέργειες, να φτάσει εγκαίρως στο εφημερεύον νοσοκομείο και να ξεπεράσει εμπόδια όπως κίνηση, απειρία και αδιαφορία άλλων οδηγών. Εάν αυτή η περιγραφή σας προκαλεί άγχος, φανταστείτε πώς την βιώνει ο διασώστης.
Και προσθέστε σε αυτά ότι τα παραπάνω πραγματοποιούνται, σε πολλές των περιπτώσεων, με οχήματα «γερασμένα» ή από συναδέλφους δικυκλιστές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλειά τους. Πέρα από την περιγραφή του προβλήματος, ωστόσο, πρέπει να δούμε επιτέλους σοβαρά κάποια ζητήματα. Καταρχάς, είναι απαράδεκτο το γεγονός, ότι πραγματοποιούνται έργα για το Flyover και δεν έχει φροντίσει η πολιτεία να διασφαλίσει κατά την διάρκεια των έργων ΛΕΑ(λωρίδα έκτακτης ανάγκης). Συνάμα είναι απαράδεκτο το ότι πολλές φορές πραγματοποιούνται έργα σε δρόμους, βασικές αρτηρίες που κατευθύνονται στο εφημερεύον νοσοκομείο. Δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός προγραμματισμός που να διασφαλίζει τις ζωές μας. Από την άλλη διακομίζονται συχνά ασθενείς με σοβαρές ορθοπεδικές κακώσεις, κατάγματα και πολυτραυματισμούς, για τους οποίους οι έντονοι κραδασμοί που προκαλούνται από τις ανωμαλίες του οδοστρώματος επιδεινώνουν τον πόνο και δυσχεραίνουν την ασφαλή διακομιδή τους και οι δρόμοι έξω και γύρω από τα νοσοκομεία είναι διαλυμένοι. Με αυτά ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά. Επομένως, η εκάστοτε κυβέρνηση να βάζει μπροστά την ατομική ευθύνη, στην προκειμένη περίπτωση τις ευθύνες του εργαζόμενου, κρύβοντας συγχρόνως τις δικές της ευθύνες».
Σχετικά με το υπάρχον νομικό πλαίσιο και το τι πρέπει να αλλάξει τόνισε:
«Όπως προαναφέρθηκε το νομικό πλαίσιο δεν προστατεύει επαρκώς τους διασώστες. Καταρχάς, πρέπει να κατοχυρωθεί η ειδικότητα του διασώστη, να ξεκαθαριστεί νομικά μέχρι πού φτάνουν οι αρμοδιότητές του, αλλά και πού ξεκινούν οι ευθύνες άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την δουλειά του και κατ επέκταση την ζωή των συμπολιτών μας. Ο Οργανισμός του ΕΚΑΒ οφείλει να εκσυγχρονιστεί και να εναρμονιστεί με το σήμερα και τις ανάγκες της κοινωνίας και των εργαζόμενων διασωστών. Και εδώ η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, έχουν μεγάλη ευθύνη, καταδεικνύοντας περίτρανα πώς βλέπουν το ΕΣΥ και ειδικότερα το ΕΚΑΒ. Δεν γίνονται βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, αντιθέτως ολοένα και δυσχεραίνει η κατάσταση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρόσφατες αλλαγές στο πειθαρχικό δίκαιο του Δημοσίου περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη θεσμική συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στις διαδικασίες που τους αφορούν. Αξίζει να επισημανθεί ότι ακόμη και στα Πειθαρχικά Συμβούλια έχει καταργηθεί η συμμετοχή του αιρετού εκπροσώπου των εργαζομένων, ο οποίος είχε θεσμοθετημένο ρόλο στην εκπροσώπησή τους κατά την εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων. Πλέον, οι υποθέσεις που παραπέμπονται σε Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν εξετάζονται με τη συμμετοχή εκπροσώπου των εργαζομένων, αλλά κρίνονται αποκλειστικά από μέλη της διοίκησης και δικαστικούς λειτουργούς.
Πρόκειται για μια ουσιώδη μεταβολή, καθώς οι εργαζόμενοι στερούνται πλέον της θεσμικής εκπροσώπησής τους σε μια διαδικασία που μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για την υπηρεσιακή τους κατάσταση, με το νέο πλαίσιο να προβλέπει τη σύνθεση των πειθαρχικών οργάνων χωρίς τη συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων».
Για το αν υπάρχουν ελλείψεις οι οποίες δυσχεραίνουν το έργο των διασωστών:
«Καταρχάς, στο ΕΚΑΒ, όπως και στο ΕΣΥ γενικότερα, υπάρχει υποστελέχωση σε όλες τις βαθμίδες(διασώστες, τεχνικοί, ιατροί κ.ά.). Ειδικότερα, για τον τομέα του ΕΚΑΒ 2 Θεσσαλονίκης, από το 2010 δεν έχουν γίνει προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Παρά τις προσλήψεις επικουρικού προσωπικού, η επιχειρησιακή δύναμη του ΕΚΑΒ Θεσσαλονίκης δεν αρκεί, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες με γνώμονα τον πληθυσμό, την κυκλοφοριακή επιβάρυνση κ.ά. Συγχρόνως, και σε άλλες περιοχές κάλυψης, π.χ. Γιαννιτσά και Χαλκιδική, υφίστανται χρόνιες ελλείψεις, οι οποίες απαιτούν μόνιμες και ουσιαστικές λύσεις, και όχι πρόχειρες μετακινήσεις. Τα 24 ασθενοφόρα που επιχειρούν στην Θεσσαλονίκη κατά τη χειμερινή περίοδο και τα μόλις 18–20 που επιχειρούν κατά τους θερινούς μήνες, όχι μόνο υπολείπονται σημαντικά των διεθνών προτύπων, αλλά δημιουργούν και σοβαρά προβλήματα στην επιχειρησιακή λειτουργία του ΕΚΑΒ.
Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο, καθώς ασθενοφόρα των Κέντρων Υγείας είτε υπολειτουργούν, είτε έχουν διακόψει πλήρως τη λειτουργία τους. Ως αποτέλεσμα, οι τομείς ευθύνης που εξυπηρετούσαν μεταφέρονται στο ΕΚΑΒ, με συνέπεια να έχει διευρυνθεί σημαντικά η επιχειρησιακή «βεντάλια» κάλυψης του Νομού Θεσσαλονίκης. Έτσι, ενώ ήδη οι διαθέσιμες δυνάμεις δεν επαρκούν για την αποτελεσματική κάλυψη του αστικού ιστού, καλούνται πλέον να εξυπηρετήσουν πολύ μεγαλύτερες γεωγραφικές αποστάσεις, γεγονός που αυξάνει τους χρόνους ανταπόκρισης και επιβαρύνει περαιτέρω το επιχειρησιακό έργο.
Παράλληλα, το ΕΚΑΒ, και ιδιαίτερα το Παράρτημα Θεσσαλονίκης, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς τα επόμενα χρόνια αναμένεται σημαντικό κύμα συνταξιοδοτήσεων και αποχωρήσεων προσωπικού. Επομένως, είναι προφανές ότι ο πραγματικός αριθμός των απαιτούμενων προσλήψεων μόνιμου προσωπικού, πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερος, ώστε να επιτευχθεί το αναγκαίο επίπεδο στελέχωσης που θα διασφαλίζει σταθερή, ασφαλή και αποτελεσματική επιχειρησιακή κάλυψη του συνόλου του Νομού Θεσσαλονίκης.
Το επικουρικό προσωπικό, το οποίο και καλύπτει πλέον το μεγαλύτερο ποσοστό της δύναμης του ΕΚΑΒ Θεσσαλονίκης, όπως και οι υπόλοιποι επικουρικοί συνάδελφοι σε όλη την επικράτεια, ζει στην αβεβαιότητα, περιμένοντας ετησίως να ανανεωθεί ή όχι η σύμβασή του.
Το μεγαλύτερο μέρος, άνω του 50% του στόλου του ΕΚΑΒ-2 είναι πεπαλαιωμένα, με περισσότερα από 500.000 χιλιάδες, με άμεσο αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν συχνά βλάβες και να μένουν ακινητοποιημένα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επί 20 ολόκληρα χρόνια, το ΕΚΑΒ είναι αναγκασμένο να λειτουργεί με «δωρεές» τις οποίες χρησιμοποιούν η σημερινή και οι προηγούμενες κυβερνήσεις ως άλλοθι για το γεγονός ότι δεν εξοπλίζεται το ΕΚΑΒ με σύγχρονα οχήματα. Δεν έχει θεσμοθετηθεί ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο για την υποχρεωτική αντικατάσταση των ασθενοφόρων βάσει ετών ή χιλιομέτρων. Την εποχή που η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν κάνει άλματα και μπορούν να υπάρχουν οχήματα που θα εξασφαλίζουν σύγχρονη, ψηφιακή και ασφαλή προνοσοκομειακή φροντίδα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πολιτική, που αξιολογεί την υγεία ασθενών και εργαζόμενων ως κόστος. Τα σύγχρονα ασθενοφόρα είναι εξοπλισμένα με ηλεκτρικά φορεία, ηλεκτρικές καρέκλες μεταφοράς και ηλεκτροϋδραυλικές βάσεις. Υφίστανται, συγχρόνως, ασθενοφόρα τηλεϊατρικής. Όλα αυτά, βέβαια, εδώ θεωρούνται σενάρια επιστημονικής φαντασίας ή όταν τα λέμε μας λένε ότι ζητάμε πολλά… Και δικαίως οφείλουμε να αναρωτηθούμε. Όταν μιλάμε για την υγεία και την ασφάλεια των διπλανών μας δεν πρέπει να βάζουμε τον πήχη ψηλά;
Συγχρόνως, δεν υφίσταται η παρουσία του απαραίτητου υγειονομικού προσωπικού( ψυχολόγοι, ορθοπεδικοί, παθολόγοι κ.ά.) για την κάλυψη των συναδέλφων, οι οποίοι και επιβαρύνονται ψυχοσωματικά. Η παρουσία γιατρού μία φορά την εβδομάδα ή η υπηρεσία ψυχολογικής υποστήριξης που ανακοίνωσε το Υπουργείο Υγείας για το ΕΚΑΒ δεν μπορούν να εκληφθούν ούτε ως «σταγόνα στον ωκεανό». Παράλληλα, δεν υπάρχει πρόβλεψη για άμεση ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εξετάσεις κ.ά. Ενώ μας «υπολογίζουν» ως προσωπικό πολιτικής προστασίας και θα μπορούσαμε να μεταβαίνουμε στο 424, αντιθέτως ούτε αυτό δεν έχει προχωρήσει.
Δεν υφίσταται νομική κάλυψη εργαζομένων από την ίδια την υπηρεσία. Οι εργαζόμενοι έρχονται συχνά αντιμέτωποι με αναίτιες μηνύσεις, ξυλοδαρμούς και καταγγελίες.
Ενώ καταγράφονται, λοιπόν, οι παραπάνω ελλείψεις, αποτελεί πρόκληση ότι ανακοινώθηκε υπερπλεόνασμα 3 δισ. ευρώ, που προέρχεται από φόρους που πληρώνει ο λαός και η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν περισσεύει ούτε ένα ευρώ για το ΕΚΑΒ και γενικότερα για τις λαϊκές ανάγκες».
Στη συνέχεια ο κ. Τριλυράκης μίλησε και για το αν έχει συμβεί να έρθουν διασώστες αντιμέτωποι με ποινικές ή πειθαρχικές διαδικασίες μετά από τροχαίο ή άλλη απόφαση που έλαβαν εν ώρα υπηρεσίας;
«Ο διασώστης είναι ο επαγγελματίας υγείας που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προνοσοκομειακής φροντίδας και αποτελεί το πρώτο πρόσωπο που αντικρίζει ο πολίτης σε μια στιγμή ανάγκης. Ο πολίτης, δικαιολογημένα, αναμένει την άμεση και πλήρη παροχή υγειονομικής φροντίδας. Ωστόσο, ο διασώστης καλείται καθημερινά να διαχειριστεί τις συνέπειες των διαχρονικών ελλείψεων της Πολιτείας και της υπηρεσίας, όπως η υποστελέχωση, η ανεπάρκεια ασθενοφόρων και εξοπλισμού, καθώς και οι περιορισμοί στη συνολική επιχειρησιακή δυνατότητα του συστήματος προνοσοκομειακής φροντίδας.
Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι διασώστες να καθίστανται ολοένα και συχνότερα αποδέκτες παραπόνων και καταγγελιών για προβλήματα που δεν οφείλονται σε προσωπικές παραλείψεις ή υπαιτιότητά τους, αλλά στις αντικειμενικές αδυναμίες του συστήματος. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συνάδελφοι καλούνται να απολογηθούν ενώπιον των δικαστικών αρχών ή άλλων ελεγκτικών οργάνων για περιστατικά που απορρέουν από τις ελλείψεις της υπηρεσίας και όχι από δικές τους πράξεις ή παραλείψεις. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στους συναδέλφους που βρίσκονται στην κίνηση, αλλά και στους συναδέλφους που βρίσκονται σε άλλα πόστα όπως εκείνα του τηλεφωνητή, του διαβιβαστή, του συντονιστή κ.ά.
Παράλληλα, οι διασώστες στερούνται οργανωμένης και θεσμοθετημένης νομικής υποστήριξης από την υπηρεσία τους, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να επωμίζονται προσωπικά το οικονομικό και ψυχολογικό βάρος της υπεράσπισής τους για υποθέσεις που συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.
Είναι εύλογο να αντιληφθεί κανείς την τεράστια ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι διασώστες, οι οποίοι, πέρα από την καθημερινή προσπάθεια να καλύψουν τις ελλείψεις του συστήματος και να προσφέρουν το μέγιστο δυνατό επίπεδο φροντίδας στους πολίτες, καλούνται να αντιμετωπίσουν και τον διαρκή φόβο της ποινικής, αστικής ή πειθαρχικής εμπλοκής για ζητήματα που δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους. Έτσι, καταλήγουν να λειτουργούν ως ο αποδιοπομπαίος τράγος των διαχρονικών αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού.
Η θεσμοθέτηση πλήρους νομικής κάλυψης των διασωστών από την υπηρεσία για κάθε υπόθεση που προκύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αποτελεί ένα πάγιο, απολύτως δίκαιο και αναγκαίο αίτημα, το οποίο οφείλει να ικανοποιηθεί άμεσα. Και βέβαια, εδώ καταδεικνύεται περίτρανα το πώς η κυβέρνηση βάζοντας μπροστά την ατομική ευθύνη κρύβει την δική της ανεπάρκεια και την πολιτική της, ως προς την υποβάθμιση του ΕΣΥ».
Σχολιάζοντας το αν φτάνουν συχνά σε περιστατικό, χωρίς να γνωρίζουν αν έχει απομακρυνθεί ο οποιοσδήποτε κίνδυνος από το σημείο για τους ίδιους, είπε:
«Παρότι οι τηλεφωνητές του ΕΚΑΒ επιτελούν ιδιαίτερα σημαντικό έργο, τόσο στη συλλογή των απαραίτητων πληροφοριών, όσο και στην παροχή οδηγιών προς τους καλούντες, το επιχειρησιακό περιβάλλον στο οποίο καλούνται να επιχειρήσουν οι διασώστες είναι κάθε φορά διαφορετικό και συχνά απρόβλεπτο.
Καμία τηλεφωνική κλήση δεν μπορεί να αποτυπώσει με απόλυτη ακρίβεια τις πραγματικές συνθήκες που θα αντιμετωπίσει το πλήρωμα κατά την άφιξή του στο σημείο. Οι διασώστες επιχειρούν σχεδόν αποκλειστικά σε εξωτερικούς και μη ελεγχόμενους χώρους, σε αντίθεση με το ασφαλές και οργανωμένο περιβάλλον ενός Κέντρου Υγείας ή ενός Νοσοκομείου.
Ως εκ τούτου, εκτίθενται καθημερινά σε απρόβλεπτους και συχνά σοβαρούς κινδύνους, γεγονός που καθιστά αδύνατη την πλήρη διασφάλιση της ασφάλειάς τους.
Στην πράξη έχουν καταγραφεί περιστατικά με εξαγριωμένους ή έντονα φορτισμένους συγγενείς, άτομα υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, ασθενείς με βίαιη ή απρόβλεπτη συμπεριφορά, καθώς και επεμβάσεις σε περιοχές ή συνθήκες υψηλής επικινδυνότητας. Οι διασώστες καλούνται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις και να παρέχουν άμεση φροντίδα, έχοντας ταυτόχρονα την ευθύνη να αξιολογούν συνεχώς και τους κινδύνους που απειλούν τη δική τους σωματική ακεραιότητα.
Διεκδικούμε:
- Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Από το 2010 στο ΕΚΑΒ-2 δεν έχουν γίνει προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Συγχρόνως, και σε άλλες περιοχές κάλυψης, π.χ. Γιαννιτσά και Χαλκιδική, υφίστανται χρόνιες ελλείψεις οι οποίες απαιτούν μόνιμες και ουσιαστικές λύσεις, και όχι πρόχειρες μετακινήσεις. Τέλος, διεκδικούμε την άμεση μετάθεση εργαζομένων που επιθυμούν να τοποθετηθούν στη Θεσσαλονίκη από άλλα παραρτήματα της χώρας.
- Μονιμοποίηση του επικουρικού προσωπικού. Οι τελευταίοι καλύπτουν το 70% και άνω της δύναμης του προσωπικού.
- Άμεση ανανέωση, αύξηση και αναβάθμιση του στόλου ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ 2.
- Αξιοπρεπείς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας. Να απαιτηθεί η 24ωρη παρουσία του απαραίτητου υγειονομικού προσωπικού( ψυχολόγοι, ορθοπεδικοί, παθολόγοι κ.ά.) για την κάλυψη των συναδέλφων, οι οποίοι και επιβαρύνονται ψυχοσωματικά. Να υπάρξει πρόβλεψη για άμεση ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εξετάσεις κ.ά.
- Νομική κάλυψη εργαζομένων από την ίδια την υπηρεσία.
- Επαναφορά του επιδόματος ετοιμότητας στο σύνολο του προσωπικού του ΕΚΑΒ και διεκδίκηση επιδόματος άμεσης ανταπόκρισης για τους συναδέλφους που εργάζονται στις μοτοσυκλέτες ταχείας ανταπόκρισης.
- Αύξηση μισθού και επαναφορά 13ου και 14ου μισθού.
- Αποζημίωση των σπουδαστών που ασκούν την πρακτική τους στο ΕΚΑΒ και εισαγωγή του ΙΕΚ ΕΚΑΒ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
- Να επιδοθούν οι χιλιάδες μέρες ρεπό και κανονικής άδειας που οφείλονται στους εργαζόμενους.
- Αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία. Αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης.
Συνάμα να σας ενημερώσουμε ότι στις 4 Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί κινητοποίηση έξω από το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης για την μονιμοποίηση των επικουρικών συναδέλφων που εργάζονται στο ΕΚΑΒ».
typosthes.gr